Δευτέρα, 22 Απριλίου 2013

Το Ωδείο του Αγρίππα στην Αθήνα


Το Ωδείο του Αγρίππα ανεγέρθηκε στα χρόνια του Αυγούστου ως ένα μεγάλο κτήριο για μουσικές εκδηλώσεις και φιλοσοφικές διαλέξεις. Η ανάπτυξη της Ρωμαϊκής Αγοράς και η ανέγερση του ογκώδους ωδείου, σε συνδυασμό με τη μεταφορά κάποιων ναών στον κάποτε ελεύθερο χώρο της Αγοράς, αλλοίωσαν τον εμπορικό χαρακτήρα του χώρου. Μετά την κατάρρευση της στέγης του ανοικοδομήθηκε με διαφορετικό σχέδιο στα μέσα του 2ου αι. μ.κ.χ., ενώ στην Ύστερη Ρωμαϊκή περίοδο τα ερείπια ενσωματώθηκαν σε γυμνάσιο ή σε έπαυλη.

ΡΩΜΑΪΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Το κτήριο του ωδείου, που δέσποζε στο νότιο ελεύθερο τμήμα της Αγοράς, αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου σχεδίου ανάπλασης της Αγοράς στα χρόνια του Αυγούστου. Η παράλληλη ανάπτυξη της Ρωμαϊκής Αγοράς και η μεταφορά ναών (π.χ. «Ναός του Άρεως», ΝΑ και ΝΔ Ναός, Βωμός Αγοραίου Διός) οδήγησαν σε αναδιαμόρφωση της περιοχής, που χάνει πλέον τον εμπορικό της χαρακτήρα και μετατρέπεται σιγά σιγά σε πολιτισμικό αξιοθέατο για καλλιτεχνικές και φιλοσοφικές εκδηλώσεις.

Το κτήριο ανασκάφηκε από την Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στο διάστημα 1934-1936, ενώ συμπληρωματικές έρευνες έγιναν το 1937 και το 1940. Με βάση τις τοπογραφικές ενδείξεις που παραθέτει ο Παυσανίας (Αττικά 8, 6), είναι βέβαιη η ταύτισή του με το «θέατρο που αποκαλούν Ωδείο».

Πρώτη Φάση
Ο Αγρίππας (Marcus Vipsanius Agrippa) ήταν ο γαμπρός του Αυγούστου και ο κυριότερος συνεργάτης του (νικητής στη ναυμαχία στο Άκτιο το 30 π.κ.χ.). Με το πρόσωπό του συνδέθηκε από τον Παυσανία η ανέγερση του ωδείου, που θα πρέπει να ξεκίνησε κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην πόλη (16-14 π.κ.χ.) και να είχε ολοκληρωθεί πριν από το θάνατό του (12 π.κ.χ.). Το κτήριο συνδέθηκε με τον Αγρίππα και από το Φιλόστρατο (Βίοι Σοφιστών 2, 5, 4), ο οποίος το αναφέρει ως «το θέατρο στον Κεραμεικό, το οποίο αποκαλείται Αγριππείον».

Το ωδείο ήταν διώροφο, με αμφιθέατρο 19 εδράνων, χωρητικότητας περίπου 1.000 ατόμων. Οι συνολικές διαστάσεις του ήταν 51,38 μ. (Β-Ν) x 43,20 μ. (Α-Δ). Η κύρια αίθουσα είχε μήκος περίπου 25 μ. Στις τρεις πλευρές (Α, Ν, Δ) πλαισιωνόταν από διώροφες στοές. Το ισόγειο, με τοίχους πάχους 0,78 μ., όπως διατηρούνται στη νοτιοανατολική γωνία, ήταν κλειστό και στις τέσσερις πλευρές (θυμίζοντας τις cryptoporticusτων σύγχρονων Βασιλικών της Κορίνθου), ενώ στον όροφο υπήρχαν κίονες. Αξιοσημείωτο είναι ότι η στέγη δε στηριζόταν σε εσωτερικούς κίονες, παρά μόνο στους τοίχους. Η ημικυκλική ορχήστρα, με ακτίνα 10,17 μ., ήταν στρωμένη με λεπτές μαρμάρινες πλάκες, ενώ η πρόσοψη της χαμηλής σκηνής ήταν διακοσμημένη με γλυπτά. Το εξωτερικό του κτηρίου ήταν διακοσμημένο με μεγάλους κίονες και πεσσούς με κορινθιακά κιονόκρανα. Υπήρχαν δύο είσοδοι: η πρώτη ήταν στη βόρεια πλευρά και ανοιγόταν προς την Αγορά, ενώ η δεύτερη, στα νότια, βρισκόταν υψηλότερα, στον όροφο, ο οποίος ήταν στο επίπεδο της Μέσης Στοάς. Η πρώτη, επίσημη είσοδος, είχε κοσμηθεί με μνημειακό πρόπυλο.


Στην αρχική τους θέση σώθηκαν το δάπεδο, οι θεμελιώσεις των τοίχων, η ορχήστρα και τα κατώτερα τμήματα της σκηνής μαζί με ορισμένα έδρανα του αμφιθεάτρου. Πληθώρα αρχιτεκτονικών μελών ανακαλύφθηκε κατά τη διάρκεια των ανασκαφών της Αμερικανικής Σχολής.

Οι θεμελιώσεις ήταν από πωρόλιθο. Οι τοίχοι, στα φανερά τους σημεία, ήταν από σκληρό πειραϊκό ασβεστόλιθο. Ο στυλοβάτης, οι κλίμακες, το βάθρο του κτηρίου της σκηνής και τα έδρανα του αμφιθεάτρου ήταν από υμήττιο μάρμαρο. Πεντελικό μάρμαρο είχε χρησιμοποιηθεί για τα υπόλοιπα αρχιτεκτονικά μέλη. Διάφορα άλλα είδη μαρμάρου είχαν χρησιμοποιηθεί για τις πλάκες που στρώθηκαν στην ορχήστρα (πολύχρωμα μάρμαρα), στο δάπεδο της σκηνής (λευκό και γκρίζο μάρμαρο) και στην πρόσοψη του κτηρίου της σκηνής (πρασινωπό μάρμαρο Καρύστου). Το κτήριο της σκηνής ήταν διακοσμημένο με γλυπτά, ερμαϊκές στήλες ανδρικών και γυναικείων θεοτήτων (ορισμένες εκ των οποίων έχουν ανακαλυφθεί), ενώ χάλκινα αγάλματα μεγέθους μεγαλύτερου του φυσικού είχαν τοποθετηθεί πάνω σε βάθρα διακοσμημένα με εγχάρακτες ασπίδες και σε κόγχες στους τοίχους.

Δεύτερη Φάση

Η καταστροφή του κτηρίου θεωρείται ότι οφείλεται στην κατάρρευση της στέγης του. Ανοικοδομήθηκε άμεσα την περίοδο του Αντωνίνου του Ευσεβούς, περίπου το 150 μ.κ.χ. Δραστικά τροποποιήθηκε το σχέδιο στο εσωτερικό και στο εξωτερικό του κτηρίου: στο εσωτερικό, το μεγάλο αμφιθέατρο χωρίστηκε σε δύο ευρύχωρους ανεξάρτητους χώρους με έναν μεγάλο εγκάρσιο τοίχο, ο οποίος περιόρισε κατά 7,66 μ. το μήκος της αίθουσας και συνεπώς το εμβαδόν το οποίο έπρεπε να στεγαστεί.

Το βόρειο τμήμα διαμορφώθηκε σε ένα μικρό θέατρο, χωρητικότητας 500 ατόμων, ενσωματώνοντας και το κτήριο της σκηνής και το ήμισυ των εδράνων που προϋπήρχαν. Τώρα υπήρχε ανάγκη να διαμορφωθεί μια περισσότερο άνετη βόρεια είσοδος, που προηγουμένως εξυπηρετούσε μόνο τους επισήμους και τους ηθοποιούς και τους μουσικούς. Έτσι κατεδαφίστηκαν ο βόρειος τοίχος της σκηνής, καθώς και το πρόπυλο, και αντικαταστάθηκαν από μια ανοικτή στοά, η οποία αντί να στηρίζεται σε κίονες στηρίζεται σε σειρά ολόγλυφων μορφών, γονατιστών Γιγάντων και Τριτώνων (μισοί γενειοφόροι άνδρες, μισοί ψάρια). Αντίστοιχα, στα δύο αετώματα του κτηρίου υπήρχαν, στο κέντρο, ανάγλυφα, όπου εμφανιζόταν το ελαιόδενδρο της Αθηνάς με κουλουριασμένο γύρω του το ιερό φίδι της θεάς.

Η χρονολόγηση του κτηρίου προκύπτει από το όνομα του άρχοντα Διονυσίου που εμφανίζεται πάνω στα σφραγίσματα που κοσμούν τις κεραμίδες. Η χρονολογία αυτή συμβαδίζει και με την τεχνοτροπία των γλυπτών μορφών του διακόσμου. Ο Τραυλός θεωρεί ότι ο Παυσανίας είδε το κτήριο πριν από την καταστροφή του. Κάτι τέτοιο όμως δε συνάγεται παρά μόνον από την απουσία κάθε σχολίου για το γεγονός. Το επιχείρημα αυτό όμως δε στέκει: αρκεί να αναφέρουμε το γεγονός ότι ο Παυσανίας αγνοεί ένα τόσο σημαντικό στοιχείο όπως ότι ο «Ναός του Άρεως» μεταφέρθηκε στη θέση που είναι από αλλού.


Στο γλυπτό διάκοσμο του κτηρίου υπάρχουν άμεσες αναφορές στο παρελθόν της Αθήνας, τόσο το μυθολογικό όσο και το καλλιτεχνικό. Οι Τρίτωνες, από τη μέση και επάνω, αντιγράφουν τη μορφή του Ποσειδώνα από το δυτικό αέτωμα του Παρθενώνα, ενώ και οι Γίγαντες είναι ελεύθερες αποδόσεις της μορφής του Ηφαίστου από το ανατολικό αέτωμα του ίδιου μνημείου.

Το κτήριο δεν έπαψε να χρησιμοποιείται ως ωδείο, τουλάχιστον ως το 160 μ.κ.χ. περίπου, όταν ο Ηρώδης ο Αττικός έχτισε το ωδείο στη νότια κλιτύ της Ακρόπολης, προς τιμήν της συζύγου του. Οι μαρτυρίες για τη χρήση του αναφέρονται μόνο σε διαλέξεις φιλοσόφων. Ο Φιλόστρατος αναφέρει ότι ο Απολλώνιος ο Τυανεύς παρακολούθησε μια διάλεξη στο συγκεκριμένο κτήριο. Αν και γράφει στον 3ο αι. μ.κ.χ. αναφέρεται σε γεγονότα του 117 μ.κ.χ., και επομένως η μαρτυρία του δεν είναι ασφαλής ούτε για τη μία ούτε για την άλλη περίοδο. Στο άλλο απόσπασμα αναφέρεται διάλεξη που καθυστέρησε, επειδή ο Ηρώδης άργησε να προσέλθει, οπότε, μπροστά στην αγανάκτηση του κοινού, ο ρήτορας πήρε την πρωτοβουλία να αρχίσει χωρίς να περιμένει τον πάτρωνά του.


Μετά την καταστροφή του, τμήματα του κτηρίου χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση του τεράστιου «Ανακτόρου των Γιγάντων», που ήταν γυμνάσιο ή ανάκτορο κάποιου αξιωματούχου – είναι μάλιστα πολύ πιθανό να ήταν η κατοικία της οικογένειας της αυτοκράτειρας Ευδοκίας (5ος αι. μ.κ.χ.). Το κτήριο αυτό περιλάμβανε λουτρά και είχε πολλά δωμάτια, τα οποία ανοίγονταν σε δύο περίστυλες αυλές και στον ιδιαίτερα μεγάλο κήπο. Την πρόσοψη κοσμούσαν τέσσερις από τους έξι Τρίτωνες και Γίγαντες του ωδείου της δεύτερης φάσης, στημένοι πάνω σε ψηλά βάθρα. Οι τρεις σώζονται ακόμη στη θέση τους, ενώ έχουν βρεθεί διάφορα τμήματα από τους υπόλοιπους (δύο από τα κεφάλια βρέθηκαν στην Ελευσίνα!).

Έργα Τέχνης

Ο Παυσανίας αναφέρει το ωδείο μόνο όταν μιλάει για ένα αξιόλογο άγαλμα του Διονύσου που στεγαζόταν εκεί και έτσι αποσιωπάται το γεγονός ότι αποτελεί ένα εντυπωσιακό κτήριο που δεσπόζει στη νότια πλευρά της Αγοράς. Θραύσματα ενός κολοσσιαίου αγάλματος από μάρμαρο έχουν υποθετικά ταυτιστεί με το συγκεκριμένο άγαλμα.

Θεωρείται ότι τα αγάλματα καθήμενων ανδρικών μορφών, που πιθανόν παρουσιάζουν φιλοσόφους (δύο από αυτά βρέθηκαν στον παρακείμενο χώρο, το ένα ενδέχεται να παρουσιάζει τον Επίκουρο), συμπλήρωναν το γλυπτό διάκοσμο της πρόσοψης του ωδείου της δεύτερης φάσης. Τα χαμηλά βάθρα τους ήταν στημένα μπροστά από εκείνα των Τριτώνων και των Γιγάντων. Ενδεχομένως να υπήρχαν και δύο βάθρα μπροστά από τους πεσσούς που πλαισίωναν τους Τρίτωνες και τους Γίγαντες, στη στοά του ωδείου, ώστε να συμπληρωθεί ο αριθμός των οκτώ φιλοσόφων, με δύο αντιπροσώπους από καθεμιά από τις τέσσερις σημαντικές φιλοσοφικές σχολές (Ακαδημία, Περίπατος, Στοά, Επικούρεια).

Μπροστά από τη δυτική στοά της πρόσοψης υπάρχει ένα βάθρο, όπου θεωρείται ότι ήταν τοποθετημένο το χάλκινο άγαλμα ανδρός σε άρμα.

Κοντά στο «Ναό του Άρεως», και άρα στο χώρο πλησίον του ωδείου, ο Παυσανίας παρατήρησε και αναγνώρισε τα αγάλματα του Ηρακλή, του Θησέα, του Απόλλωνα, του Καλάδη (άγνωστη μορφή σε μας) και του Πινδάρου. Κοντά σε εκείνο το σημείο βρίσκονταν τα αγάλματα των τυραννοκτόνων, του Αρμοδίου και του Αριστογείτονος. Αναφέρει τα αγάλματα των Αιγύπτιων βασιλέων (από τους οποίους κατονομάζει τον Πτολεμαίο Λάγου, τον Πτολεμαίο Σωτήρα και τον Πτολεμαίο Φιλάδελφο με την αδελφή του Αρσινόη), του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, του Λυσιμάχου και του Πύρρου (χωρίς να εξειδικεύει όμως για το αν τα δύο τελευταία ήταν στο ίδιο σημείο της Αγοράς ή σε άλλο σημείο της πόλης).

Πηγή: http://project.athens-agora.gr













  
Blog Widget by LinkWithin

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου